Falsetto: Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα;
“Έχει νυχτώσει. Από τους ξεσκέπαστους σωλήνες στάζουν βρώμικα νερά μπερδεμένα με αστικές σκόνες και λάσπες από τις ζαρντινιέρες που μεγαλώνουν τις πιο δημοφιλείς βουκαμβίλιες και μολόχες της γειτονιάς. Οι υδρορροές μεταφέρουν ασταμάτητα το σώμα ενός υγρού, καλοκαιριάτικου Μαγιού στους ανοιχτούς βόθρους που έχουνε σχεδόν γεμίσει κι εκτινάσσουν πίδακες, κατά καιρούς, των αστικών συνουσιάσεων, των απώτερων του κόσμου χημικών συνευρέσεων όταν συναντιούνται σε ακατάληπτες ρυμοτομίες κι ανταλλάσσουν μυστικούς βρομιάρηδες συνδυασμούς σ’ ανεστραμμένους μωσαϊκούς υπόκοσμους. Ζαλίζονται στο υδάτινο καλειδοσκόπιο οι αστικές φιγούρες, πολλαπλασιάζονται σε αντανακλάσεις οι πολιτικές φωταγωγίες, εκλύονται πληθωρικά σε απροσμέτρητες κενώσεις οι εντυπώσεις, οι φαντασμαγορικές τυπώσεις των αισθητηριακών συσπάσεών τους.
Σε λίγο περνούν. Δεν είναι οι πρώτοι ερωτευμένοι που απίθωσα τη σήμερον και των οποίων διέγνωσα μακάβρια των πεπρωμένο σε μια κλίνη ή σε δυο σπίτια χωριστά. Περιστρέφονται σποραδικά γύρω από το αόριστο περίγραμμα αυτής της εντύπωσης μερικές φράσεις του Μπαλζάκ, μια εικόνα του καπνού ενός παλιού, λεπτού τσιγάρου που κρατούσε μια δικιά μου ερωμένη απ’ το σχολείο. Της κρατά το χέρι, την κατευθύνει με πρωτογονική ενάργεια μακρυά μου. Με προσπερνούν και χάνονται στο βάθος της οδού σα ζαλισμένοι από το ακαθόριστα γκροτέσκο, γκρούβι στοιχείο της εμφάνισής μου. Αυτή γυρνά και με κοιτά και μου δίνει για λίγο την εντύπωση ξέρει καλά το μυστικό μου. Αλλά αυτό μπορεί να είναι και μια εντύπωση του υδάτινου βασιλείου όπου πλέω με οξύμωρη σταθερότητα.
Λίγα λεπτά ακόμη. Τα χέρια μου έχουν κρυώσει, λες κι η αιμάτινη προσφορά του οργανισμού μου διυλίστηκε μέσα στο τρεχούμενο νερό. Δεν έπρεπε να είχα βραχεί, γιατί τα σήματα του θέρους ήταν δειλά και καλώς μπλοφαρισμένα. Πετάει με αμφίβολη αεροδυναμική σαφήνεια ένα περιστέρι, χαμηλά, και γι’ αυτό με άτσαλη προσγείωση. Κομπάζει με περήφανη στάση γύρω από το σαρκικό σωρό που είμαι. Νιώθω μια εγγύτητα με τη συμβολική του ουσία, αλλά τη ματαιώνω αμέσως ως φιλοσοφική ρομαντικούρα. Έχω γίνει ερωτικά παράλυτος και ρομαντικά ανάλγητος. Είμαι ένα κνώδαλο μιας προβοκάτσιας αστικής, μιας μαζοποίησης εργατικής. Περνά ένας νεανίας και το περιστέρι πετά σε μια παραβολή γύρω από τον τόπο μου, αναμένοντας, κι επιστρέφει. Με είδε κι αυτός και μπόρεσα να μαντέψω μια θαυμάσια επιτομή των σκέψεών του στην κρυφή, πλάγια, επιτηδείως απλανή και σκεπτική ματιά που μου έτεινε. Σκέφτεται τις καταγωγές μου, έτσι που αυτές περιορίζουν σε μια ελάχιστη τάξη πιθανοτήτων τα αίτια της κατάστασης. Έπειτα, το κριτήριο πιθανολογικής ελαχιστοποίησης μετατίθεται στην ταξική μου προέλευση και στη συνέχεια στο μορφωτικό μου επίπεδο και την οικογενειακή μου κατάσταση. Τόσο που η πιθανολογική μείωση βιάζει ένα συμπέρασμα κάπως μαθηματικά υπολογισμένο, αλγοριθμικά τετελεσμένο και ακριβή.
Είμαι λοιπόν ένας ρέμπελος. Τα κριτήρια έδειξαν πως η θέση μου είναι κοινωνιολογικά ρυθμισμένη, ένα ντετερμινιστικό προϊόν πεπερασμένων διεργασεών. Είμαι ένας ποδηλάτης σε ακούσιες τροχιές, ένα χάλκινο κύμβαλο που παραδόθηκε εθελουσίως στην πυρρά της οξείδωσης, ένας ανεμώλιος θυρεός που έπαυσε να εκπέμπει λόγω των περιστάσεων. Περνά ένα ζευγάρι ηλικιωμένων κυριών. Η μία φαίνεται πως είχε καλύτερη σχέση με το χρόνο, αλλά η άλλη, σε ουράνιο αντιστάθισμα, την ξεπερνά σε χιούμορ και καρδιακό εύρος. Με κοιτούν με υποτίμηση. Με μισούν είναι η αλήθεια, γιατί, στο ελάχιστο, τους έχω στερήσει την ανάγκη της αισθητικής εκλεκτικότητας. Τις αγαπώ. Είναι οι μητέρες μου όταν κατουράω στο δρόμο παγωμένος, λερωμένος από τα χνώτα του καυσαερίου, και πιωμένος μέχρι εκεί που παραδίνεται το στομάχι. Είναι εκείνα τα βράδια που ακούω από τα μισοφώτιστα παράθυρα τις ψιθυριστές τους προσευχές που χρησιμεύουν διπλά: εξιλεώνουν τις δικές του χριστιανοπρεπείς αμαρτιούλες και τις δικές μου έκλυτες επιλογές που φέρανε την κόλαση εγγύτερα στη γη και το αντίστροφο.
Ζητώ από τρία παιδάκια να μου δώσουν κάτι από το χαρτζιλίκι που τους φόρτωσε η μητέρα. Σουφρώνω τα χείλη και μοιάζω με γλοιώδη καρικατούρα που στερήθηκε το χιούμορ του δημιουργού της. Έχω μόνο απεριόριστο σαρκασμό στη μικρή κι εύθραυστη καμπύλη των κομμένων μου χεριών και παλλόμενη χοληδόχο κύστη που πρόκειται να σκάσει από λεπτό σε λεπτό. Ο ένας πάει να μ’ αγγίξει κι επανέρχεται ένας παμπάλαιος μύθος του Μίδα να ανασύρει εντός μου μια φλέβα περσική που κάνει τη χολή μου να εκρήγνυται ωρολογιακά. Πάω να του δαγκώσω το δάκτυλο για να περισώσω δια βίου αυτή τη μικρή μου ψυχασθένεια, αλλά απομακρύνεται γοργά με το ρυθμό του περιστεριού που τώρα έφυγε και μου άφησε παρέα τον ήχο του τρεχούμενου νερού.
Είναι αργά. Στα κιτρινιάρικα φώτα μοιάζει ακόμη να βρέχει, αλλά μετά τα μεσάνυχτα είχα υποσχεθεί να μην πιστεύω στην όρασή μου. Κι από τότε είχα ανοίξει ξανά το ζωτικό χώρο της ψυχασθένειας για την οποία όλοι με μισούνε.”
Τον περίμενε μια λιμουζίνα στην άκρη της Παπαναστασίου. Έτρεξε στον πράσινο κάδο και πέταξε, κοιτώντας μην τον δουν, τα βρώμικα γάντια και το λερωμένο, σκισμένο, μάλλινο πορτοκαλί σκουφάκι του. Είχε μαυρίσει. Πήγε με έναν ακαθόριστο βηματισμό της χήνας, όπως στις Πρωσικές παρελάσεις, προς το μεγάλο μαύρο όχημα. Συνάντησε τον οδηγό και του έδωσε ένα καθάριο χαρτονόμισμα ανυπολόγιστης αξίας. “Ευχαριστώ που περίμενες, οδηγέ. Μπορούμε να πηγαίνουμε και για σήμερα.” Πήρε δίπλα του τη δόση κοκαΐνης που είχε συμφωνηθεί με τους ευγενείς προμηθευτές των κροίσων. Γέλασε και πετάχτηκε από το στόμα του η χολή που σκόπευε να εξουδετερώσει με τη σαμπάνια που κειτόταν ανοιχτή σ’ ένα δοχείο με πάγο. Έβαλε τα κλάματα.
Ο ανόητος.
Δυο γραίες απ’ τη γέννησή τους κάθονται σ’ ένα παρκάκι του Σικάγο. Κοιτούν τον αστικό ορίζοντα.
- Πρέπει να κάνει μοναξιά στην πόλη. Τι λες;
- Έτσι. Έτσι. Το ‘χε πει και το δελτίο καιρού.
Courtship display
“Ο Απρίλης είναι ο μήνας ο σκληρός.” Είναι ο μήνας που οι περισσότεροι έχουμε γυρίσει από τις πατρίδες της αποδημίας. Είναι ο μήνας που αρχίζουν οι πρώτοι καρποί της άνοιξης, που τα βάθη της φύσης κινούν να πρασινίσουν στις άκρες, που βγαίνουν τα πρώτα ‘μύγδαλα σε προσφορά στις θεϊκές δυνάμεις της ευφορίας, που ξεχειλίζουν φωτεινές υπόνοιες οι ουρανοί κι εξαργυρώνονται οι ερωτικές συνουσίες της ηλιακής εκεχειρίας, που συννεφιάζει και κρυσταλλώνεται η άνοιξη στους μίσχους και κρέμεται μέλι από τους στήμονες των ρόδων και τα πρώτα σπέρματα των ηδονών γίνονται καρποί σ’ έναν μικρόκοσμο σαν από πορσελάνη Ανατολής που μυρίζει κρασί και μαγεμένο τσάι.
Στέκεται, δέσποινα των χρωμάτων, σ’ ένα κλαδί απ’ άνθη κερασιάς. Έχει, μου μοιάζει από ‘δω πάνω, γείρει σε χορευτική κλίση το κυανό της κεφάλι και στοχάζεται πάνω στις έννοιες της ματαιότητας ή τις χαμένες μας χώρες του Νότου. Είναι η περίοδος που οι σκέψεις της σχίζονται από της θηριώδεις δυνάμεις της μητρότητας. Ένα φτερό προεξέχει με μια μυστήρια για το είδος μου καλλιτεχνική νόηση απ’ τη σωματική της συμμετρία. Κάνει μια κίνηση κι αποκαθιστά μ’ αλαζονεία τη σαρκική της ομοιομορφία. Γυρίζει στο καλούπι του εξελικτικού της προορισμού. Μυρίζει η όψη της άνθη κερασιάς και γεμίζει το σύμπαν μου πορφύρα.
Κατεβαίνω στο κλαδί της μ’ ένα πέταγμα. Έχει έρθει δειλινό κι είναι η ευνοϊκότερη ώρα για το μεγάλο μου ερωτικό εγχείρημα. Τούτο το απόγευμα είμαι το ταίρι της από τις νότιες πατρίδες, σε μια μόνο τελετουργία που έχω μάθει απ’ τους πατέρες. Γυρίζω. Βλέπει την πλάτη μου ή δεν τη βλέπει. Είμαι ήχος, είμαι μουσική. Δονείται το πρώτο μου φτερό, κι έπειτα κάθεται πάλι. Δονείται και πάλι, σε γοργότερο μέτρο. Στέκεται πάλι και δίνει τη σειρά στο άλλο μου φτερό. Είναι το φτερό που είχε γεννηθεί λίγο πιο ρόδινο απ’ τις οικογενειακές μου παραδόσεις. Λίγο πιο αιμάτινο απ’ τη ζωή. Κινείται παράλληλα στην ύπαρξή της. Διαγώνια, διεισδυτικά, κεραυνοβόλα. Μια αλλόκοτη μουσική απ’ τις πατρίδες κραδαίνει μαγικά τα πλευρά μου. Είμαι ήχος, είμαι ρυθμός. Πετώ γύρω της και της ψάλλω. Στέκομαι πάλι στην αρχική μου θέση. Ο ήλιος μόλις που πεθαίνει μακρυά και τείνω το λαιμό μου όσο ψηλότερα μπορώ σε ύστατο χαίρε. Πιάνω μια ματιά της κι αναθαρρεύω. Κινώ το πρώτο μου φτερό. Κινώ το αιμάτινο. Λέω δυο ήχους γλαφυρά. Τους τραγουδώ μετά και τους θυσιάζω στο είδωλό της. Έχω δυο πόδια και δεν τα έχω. Τα υποτάσσω στον ίδιο αρχικό ρυθμό. Είμαι σχιζοφρενής κι πλήρης από αγάπη. Μέσα μου βρέχει και πάλλεται η μικρή, γρήγορη καρδιά μου σαν ταμπούρλο που το βρέχουν αιμάτινες σταγόνες. Τσιρίζω μια φορά. Δε σε πληγώνω. Σ’ αγαπώ, θυμήσου με. Σηκώνω το πρώτο χέρι και το άλλο μαζί, πετώ και πάω μακριά . Μένω στον αέρα και αφήνω την ουρά μου να κυματίσει και να τρυπήσει τον πανδαμάτορα αστέρα. Γυρίζω σε κλίση το κεφάλι κι ευθυγραμμίζω την όψη μου με τη δική σου. Σε κοιτώ και με κοιτάς. Είμαι σχιζοφρενής και τραγουδώ την τελευταία μπαλάντα μου της φρόνησης. Περατώνω το τελευταίο μου ένστικτο. Θυμήσου με. Είμαι εγώ. Εγώ.
Κοιτά. Το βλέμμα της είναι απλανές. Ψάχνει την Ανατολή ταραγμένη. Τη βρίσκει και παίρνει μιαν ανάσα, σχεδόν ηχηρή. Στέκει. Σκέφτεται. Δε δείχνει να θυμάται. Με κοιτά ντροπαλά. Είναι το πρώτο της βλέμμα. Το πρώτο μας βλέμμα. Δε θυμάται. Απλώνει τα τεράστια κόκκινα φτερά της και πετά ώσπου τη χάνω. Σ’ άλλο κλαδί.
Τότε
Όταν οι λέξεις που είπαμε της αγάπης έγιναν όλες περιβλήματα. Όταν οι φράσεις στις οποίες συνοψίστηκε καθ’ ολοκληρίαν η περιουσία της ευτυχίας μας ξέπεσαν όλες σε μια δεσμίδα υπόκωφους φθόγγους που λέγονται σε κρύα πρωινά. Όταν οι υποσχέσεις των ερώτων που εκτοξεύθηκαν στις ορμονικές μας ενδοχώρες σα γόνιμος καρπός έγειραν όλες στη φρικτή μεταμοντέρνα τους σημασιολογία. Όταν τα πιο ερωτικά μας ρήματα έγιναν απλές συντακτικές ακολουθίες. Όταν τα λόγια σχημάτισαν σταδιακά την πτώση στον αέρα. Όταν η φθορά.
Τότε.
Βροχερή Ζυρίχη. Περπατούσε στους δρόμους, ντυμένος απ’ έξω και γυμνός από μέσα. Ήταν λειψός και γεμάτος. Ήταν μια απέραντη διαφωνία στο ελβετικό άστυ, χαμένος απ’ τις πυξίδες στα μύχια της Ευρώπης. Γερνούσε και δεν έλεγε να βάλει μυαλό. Γελούσε κι ημέρευε στο πρόσωπό του η βροχή. Έτρεχαν γύρω του οι ηλικίες να κρυφτούν απ’ το νερό που τις έπνιγε, έτρεχαν λοξά απ’ αυτόν οι μνήμες που βρέχονται στα πεζοδρόμια το φθινόπωρο και λιάζονται στις λευκές ταράτσες τα καλοκαίρια. Οι μυρωδιές ξέφτισαν όλες στο υδάτινο είδωλο της Ζυρίζης.
Έφτασε έξω απ’ το καφέ που σύχναζε ο άλλος. Έκανε ένα γρήγορο πέρασμα, καθώς ντρεπόταν, ίσως την ομορφιά του, ίσως το φλέγμα του, ίσως τη διεισδυτική ισχύ της επαφής τους, ίσως τ’ αγγίγματα που φαντασιωνόταν όσο αλάργευε ο έρωτας. Ξαναπέρασε. Τα μαλλιά του είχαν βραχεί κι είχαν συσπειρωθεί σε δεσμίδες στο μέτωπό του. Φύσηξε τις σταγόνες νερό από το στόμα του. Τις έτεινε πέρα από τους νόμους της δυναμικής, στους νόμους του έρωτα. Στους θεούς του ρομαντισμού, στα χείλη του άλλου. Κοίταξε καλά μέσα στο ντεμποναίρ καφέ. Και στο ημίφως, κοντά στο τζάμι τον βρήκε να διαβάζει τις Paroles του Jacques Prévert. Του ήρθε ένα δίστιχο άλλο το κατάπιαν οι αδένες της βροχής.
Έτεινε το χέρι κι ακούμπησε το τζάμι. Είχε βραχεί όλη του η ύπαρξη. Γινόταν ξαφνικά ένα κάθαρμα του νερού. Η ουσία του διαλυόταν μπροστά στη οπτική επαφή και οι μνήμες του γίνονταν ολοένα και πιο σπονδυλωτές. Ο άλλος τον αντιλήφθηκε. Σήκωσε δειλά και με κάποια σαφήνεια το βλέμμα. Ήταν γαλανότερο από τα καλοκαίρια. Τα καλοκαίρια. Έδειξε να τον ξέρει. Σηκώθηκε. Πλησίασε το τζάμι ξαφνικά. Τον χαιρέτισε και του έκανε να πάει μέσα γρήγορα έτσι που είχε γίνει. Δεν κρατούσε καν ομπρέλλα. Είχε ρουφήξει εντός του όλη τη βροχερή Ζυρίχη. Είχε μέσα του πλύνει κάθε αμαρτία ή δισταγμό.
Δε του ανταπέδωσε το χαιρετισμό. Τον κοίταξε. Κατέβασε το χέρι από το τζάμι κι άφησε τις σταγόνες να κυλήσουν βάρβαρα και να του κλείσουν τα μάτια, και να του κλείσουν το στόμα.
Ο Ζαρατούστρα
Ο τύπος βγήκε απ’ τις μελανές σκιάσεις που δημιουργούσε η φωταγωγία και με πλησίασε. Ντροπαλός κι ακαριαίος ταυτόχρονα. Είχε κάτι που εξαντλούνταν με το χρόνο, σαν παλιό, συλλεκτικό βινύλιο που φθίνει καθώς παίζεται στον αέρα. Πλησίαζε σκιερός και υπόκωφος και τα περιγράμματα που οριοθετούσαν το αδρό φάντασμα του εαυτού του αποσυντίθενταν και θαρρούσες πως είχε μοιραστεί έτσι το ξόδεμά του ώστε μετά βίας επαρκούσε η υποκειμενική του αξία ως τη στιγμή της συναντήσεώς μας. “Και δηλαδή τι ανθρώπους ψάχνεις ακριβώς και μιλάς έτσι μεγαλόστομα για την αγάπη και τον έρωτα;” με ρώτησε και μισός αποσαθρώθηκε στο φως κι άλλος μισός κρύφτηκε πίσω του. “Αναζητώ εκείνους που δε θ’ αντέξουν στην αιώνια επιστροφή. Αναζητώ αυτούς που ξοδεύονται σε μια μόνο ζωή. Αναζητώ τους εραστές που δεν επαναλαμβάνονται σε καμία αιωνιότητα, τον Ζαρατούστρα.”
Έλα, λοιπόν, δοκίμασέ με. Είμαι μια εξαιρετική ευκαιρία για να νιώσεις.
Anonymous asked: Σε θαυμάζω
Πώς μπορείς να θαυμάζεις εμένα. Δε με ξέρεις. Μου είναι δύσκολο να το συλλάβω - απολογούμαι.
Dharma
Ο Γάγγης είχε πάρει ένα ρόδινο χρώμα στο φευγαλέο δειλινό. Απλωνόταν μπροστά σε μια ευθεία που κινούσε να κατακτήσει τον κόσμο. Καθίσαμε ταυτόχρονα καταγής και βρέξαμε τις φτέρνες στις όχθες που είχαν γεμίσει με λωτούς οι μανάδες που έπλεναν τα πρωινά λευκά τους ρούχα. Με μυούσε βαθύτερα στο μυστήριο της ζωής. “Ανήκεις σε μια καινούρια κάστα, το ξέρεις;” με ρώτησε κάπως ταραγμένα. Ένας γλάρος διέγραψε πάνω απ’ τα νερά μια σπειροειδή κίνηση. “Όχι, δάσκαλε. Δεν ξέρω τι εννοείς” ακοκρίθηκα κι ακολούθησα το γλάρο με τα μάτια ώσπου χάθηκε στον πορφυρό ουρανό. “Η κάστα σου έχει ένα καινούριο, μεταμοντέρνο καθήκον. Οι σούτρες ξεπεράστηκαν, το κάρμα αναζήτησε νέους δρόμους. Το κάρμα παλιότερα ήταν μια δύναμη πρωτόγονη, ζωική, δοκησίσοφη. Τώρα το κάρμα δεν είναι καν δύναμη. Καταλαβαίνεις ποιο είναι το καθήκον;” Μα φυσικά. Φυσικά και το κάρμα δεν ήταν δύναμη. Φυσικά και το κάρμα, το κισμέτ, οι μοίρες ήταν όλα ψέματα και μαγείες για να φιμώσουν ένα παρανοϊκό, άλογο σύμπαν. “Καταλαβαίνεις;” επέμεινε ο βραχμάνος. “Καταλαβαίνω. Καθήκον μου είναι ν’ αμφιβάλλω.”
Στρέψαμε μαζί τα χαμογελαστά μας πρόσωπα στον δύοντα αστέρα, σ’ ένα ναμαστέ.
Τον έβλεπα για πρώτη φορά· φαινόταν κάπως πρόθυμος. Με ρώτησε: “Τι κάνεις όταν συναντάς έναν ξένο;”. Του απάντησα: “Ψάχνω για πληγές.”
Με είπε, πάνω στην έξαρση, αντιδραστικό. Τον είπα, πάνω στην έξαρση, δραστικό.
Στην ίδια συζήτηση - με είχαν κάνει αντικείμενο προσοχής, τόσο που ένιωθα ιδιαίτερο φαινόμενο κοινωνικών αλληγοριών, ένα όριο στο αστικό καλειδοσκόπιο, μια φόρμουλα που ξεπερνούσε τις συμβάσεις με πνευματικό παραμιλιταρισμό - μου είπαν πως είμαι εξαιρετικά ηδυπαθής και ζηλιάρης. Ειδικά το τελευταίο. Μου ήταν επίσης εξαιρετικά δύσκολο να τους εξηγήσω πως η συμπεριφορά μου δεν ήταν ζήλια καθόλου, ήταν απλώς το αποσταγμένο προϊόν μιας απαθούς αδιαφορίας για τη βλακεία τους.
Θα έλεγα μαλακία, αλλά θα υπέκυπτα στις συμβάσεις. Και θα ‘ταν κρίμα.
“Τι έκανες σήμερα;” ήταν το γνωστό κλισέ της ισοπεδωτικής νόρμας του κομφορμισμού. Της καθεστηκυίας τάξης. “Όχι, όχι” του αποκρίθηκα. “Δεν θέτεις σωστά το ερώτημα γι’ αυτό και μια απάντηση μου είναι κάπως αδύνατη. Θα έπρεπε να είχες πει: Πόσους ανθρώπους κατανάλωσες σήμερα; Κι έπειτα θα σου απαντούσα: Εσύ πόσο καταναλώθηκες νομίζεις;”
Έπειτα από τις παλαιόθεν καθιερωμένες διαλεκτικές περιπτύξεις με τους γονείς μου, οι οποίες, κάθε φορά και πειστικότερα, μου επιβεβαιώνουν τις υποψίες ότι αυτή η φιλοσοφική μανιοκατάθλιψη που μου ‘χει πάρει τη ζωή είναι μια μάλλον γενετική μονάδα που μου κληροδοτήθηκε με αυθάδη αμεσότητα, κατάλαβα αυτό που καιρό τώρα δεν ήξερα πώς ακριβώς ν’ αρθρώσω: Τα μεγαλύτερα προβλήματα στον έρωτα προκύπτουν από λάθη συγχρονισμού.
Ψέματα;
